Ζητούμενο είναι η συνείδηση του βουλευτή ή γραμμή του κόμματος; Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Αρθρογράφος: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΙΝΕΡΗΣ   Ημερομηνία δημοσίευσης: Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015 20:59

 

Πολύ μεγάλη αναστάτωση, γιατί 39 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ψήφισαν εκτός γραμμής κόμματος!!!

Τι μου λέτε!!!!

Πόσο δύσκολο είναι επιτέλους να αντιληφθούμε, ότι η επίγνωση του λειτουργήματος του βουλευτή και οι καθαρές λύσεις που αυτή συνεπάγεται, είναι επένδυση στην πολιτική ζωή του τόπου;

Μήπως θα πρέπει όλοι μας να κάνουμε τις απαραίτητες διεργασίες, για να καταλάβουμε ποιο είναι αυτό που θέλουμε;

Κατ’ εμέ, σίγουρα δεν είναι ο βουλευτής να μεταφέρει την θέση του κάθε κόμματος από τα «κομματικά πειθαρχεία» στη βουλή.

Μου είναι αδιανόητο να αποδεχτώ, ότι θέλουμε ο βουλευτής να μη παράγει πολιτική!

Δεν ξέρω αν το καταλάβατε, αλλά μέσα από την τελευταία ψηφοφορία στη βουλή, υπήρξε όντως παραγωγή πολιτικής και διαμόρφωση νέων καταστάσεων.

Για πρώτη φορά (μπορεί βέβαια όχι ακόμη στο ιδεατό σημείο), οι εκπρόσωποι του λαού στο Κοινοβούλιο, υπήρξαν διαυγείς και ειλικρινείς.

Έπαψε όμως επιτέλους, αυτό το νοσηρό, που διευκόλυνε κάποιους να επενδύσουν στον πολιτικό καιροσκοπισμό και το θολό τοπίο της κρισιμότητας των καταστάσεων.

Η μεγάλος κίνδυνος χρεωκοπίας, που πρόβαλε μέσα από την απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα, έκανε την ψήφο εναρμονισμένη με αυτή και τους περισσότερους βουλευτές, να απεμπλακούν από τις ιδεοληψίες και την γραμμή του κόμματος.

Ναι όπως το είδατε, την γραμμή του κόμματος, γιατί το ναι, δεν ήταν γραμμή του κόμματος, αλλά επίκληση του Πρωθυπουργού, όταν αντιμετώπισε εντελώς ξαφνικά (κάποιες πληροφορίες λένε για μεταφορά στο Νοσοκομείο με κρίση άγχους) την πραγματικότητα.

Ήταν το ισχυρό πολιτικοοικονομικό σοκ της παραλίγο επιστροφής στη δραχμή, με ανεξέλεγκτη χρεωκοπία που θα οδηγούσε σε μεγάλες οδύνες τον τόπο.

Μ’ αρέσει που όλα σχεδόν τα μέσα ενημέρωσης, διατυμπανίζουν την αρνητική ψήφο των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς κανένα να ασχολείται με σοβαρό έλλειμμα ψυχοπολιτικής κατάρτισης των βουλευτών.

Λες και δεν έχουν επίγνωση τι υπηρετούν οι βουλευτές.

Λες και δε γνωρίζουν, ότι υπηρετούν πρώτα απ’ όλα την πολιτική.

Την πολιτική στο σύνολό της, την οποία σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει μπερδεύουν με την κομματική πειθαρχία.

Ο Βουλευτής αγαπητοί των μέσων ενημέρωσης, δεν είναι αγγελιοφόρος ο οποίος μεταφέρει τη γραμμή του κόμματος στη βουλή.

Όταν είναι στο κόμμα τους οι βουλευτές, έχουν την δυνατότητα να κάνουν τις όποιες διεργασίες θέλουν, άλλα όταν μπουν στη βουλή, θα πρέπει να συμπεριφέρονται ως βουλευτές.

Αυτά είναι πράγματα απόλυτα διακριτά και δεν συγχέονται, όσο και περίεργα να είναι για κάποιους.

Όλοι οι πολιτικοί χώροι παλεύουν για τον ίδιο σκοπό, όπως τον αντιλαμβάνεται ο καθένας.

Αυτή η μικρή λεπτομέρεια δεν θα πρέπει να είναι δυσνόητη στον βουλευτή.

Το δέον του λειτουργήματός του, του επιτρέπει να μεταπηδήσει από το στενό συμφέρον του κομματικού χώρου στον οποίο βρίσκεται, στο ευρύτερο συμφέρον της πατρίδας μας.

Τα γεγονότα που ζήσαμε όλοι τις τελευταίες μέρες, είναι απόδειξη ότι η κρίση

σε επίπεδο αρχών, αξιών, νοοτροπιών και αντιλήψεων, τείνει να ξεπεραστεί.

Μπήκε στη δημόσια ζωή η εθνική συνεννόηση, η σύνεση και η ρεαλιστική αντιμετώπιση της κατάστασης!

Η πολιτική είναι πρώτα απ’ όλα ρεαλισμός ή η τέχνη του εφικτού σε άλλη ορολογία.

Είναι ασύλληπτο. Και όμως, στις τόσες συζητήσεις που έγιναν, σε Υπουργικά Συμβούλια, Κοινοβουλευτικές ομάδες και Κοινοβούλιο, με λύπη διαπίστωνε κανείς, ότι οι βουλευτές δεν γνώριζαν το ρόλο τους.

Η όλη εικόνα τους, η πολιτική συμπεριφορά, η στάση τους αλλά και η ψήφος τους, σε καμία περίπτωση δεν μαρτυρούσαν ότι είναι απόρροια της βούλησης και της συνείδησης τους.

Με συνέπεια να μη γνωρίζουν τι ψηφίζουν, γιατί ψηφίζουν και τι αξία έχει η ψήφος τους.

Το βούλομαι, που είναι η αντιπροσωπευτική έννοια του βουλευτή, είχε χάσει την αξία της.

Η λέξη βουλευτής, είχε καταλήξει να μας παραπέμπει συνειρμικά σε πειθαρχία στο κόμμα, εκβιαστικά διλλήματα, προσωπικές βλέψεις, αναρρίχηση σε θώκους, παρασκήνια πριν την ψήφο, και πολλά άλλα που θα μπορούσε να απαριθμήσει κανείς, τα οποία δείχνουν οτιδήποτε άλλο εκτός από βούληση και συνείδηση.

Αυτό θέλουμε;

Ξεχνάμε ότι μέχρι σήμερα, εξ αιτίας των σκοπιμοτήτων, οι βουλευτές δεν μπήκαν καν στον κόπο, της δεοντολογικής ανησυχίας.

Να αναζητήσουν το δέον του λειτουργήματός τους, σύμφωνα με αυτά που υπαγορεύει το Σύνταγμα, του οποίου την ερμηνεία, την μετέτρεπαν πολλές φορές σε ένα ανάλογο των επιδιώξεών τους εργαλείο.

Παράβλεπαν ότι το Σύνταγμα εκφράζει πρώτα απ’ όλα ηθική.

Προστατεύει τη λαϊκή βούληση. Προστατεύει τα δικαιώματα του πολίτη και δεν αποτελεί απλά, ένα γραφειοκρατικό εργαλείο διευκόλυνσης των ορέξεων του κυβερνώντος κόμματος, αφού ερμηνευτεί ανάλογα.

Το Σύνταγμα είναι πέρα για πέρα η υπόσταση της Πολιτείας.

Η υπόσταση αυτή, αλίμονο μας αν δεν εμπνέεται από ηθική.

Ας μη τα λησμονούμε όλα αυτά!

 

 
Η αντιπολίτευση μόλις τελείωσε, αρχίζει η διακυβέρνηση Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Αρθρογράφος: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΙΝΕΡΗΣ   Ημερομηνία δημοσίευσης: Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015 23:56

 

Δεν θα χρησιμοποιήσω το κλασσικό παράδειγμα που ακούγεται κατά κόρον, ότι η Ιρλανδία, η Ισπανία και η Πορτογαλία και σε λίγο η Κύπρος, αν και μπήκαν πιο αργά από μας στο μνημόνιο ξέφυγαν, ενώ εμείς πελαγοδρομούμε και μάλιστα σε αχαρτογράφητα νερά.

 

Θα χρησιμοποιήσω ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα, που ελπίζω να συγκινήσει κάποιους, οι οποίοι εξακολουθούν να πιστεύουν, ότι η αμοιβαία επωφελής συμφωνία, μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την συνεννόηση των πολιτικών ηγεσιών.

 

Αν θυμάστε καλά, η Ιταλία και η Ισπανία, πέτυχαν την υποχώρηση της Μέρκελ σε προηγούμενες Συνόδους Κορυφής, γιατί εμφανίστηκαν διαπραγματευτικά δυνατές.

 

Η δύναμη τους οφειλόταν, στο ότι οι πολιτικές ηγεσίες των παρατάξεων των χωρών τους, συνεννοήθηκαν και συνεργάστηκαν, χωρίς να τους το επιβάλλει κανείς.

 

Είχαν συναίσθηση των ευθυνών απέναντι στον τόπο και δεν περίμεναν να συνεργαστούν μόνο σε περίπτωση που προέκυπτε ο κίνδυνος της ρήξης, με απρόβλεπτες συνέπειες.

 

Και για να μη διαφωνήσω με αυτούς που λένε ότι η ρήξη και η δραχμή είναι καλύτερες και θα έχουν δίκιο με αυτά που έρχονται με τη διαφαινόμενη συμφωνία, εμμένω στο απλό, ότι είναι μία άγνωστη κατάσταση και δεν εγγυάται κανείς για τις επιπτώσεις στα εθνικά θέματα.

 

Δεν γνωρίζει κανείς με τη ρήξη, το πόσο χρονικό διάστημα θα υποφέρει ο ελληνικός λαός και γενικά τα νερά που θα πορευτούμε δεν θα είναι απλά αχαρτογράφητα αλλά δεν ξέρουμε τους σοβαρούς κινδύνους που θα αντιμετωπίσουμε.

 

Εκείνο που έχουμε χαρτογραφημένο και γνωρίζουμε το προς τα πού πηγαίνουμε, είναι ότι οδεύουμε αναγκαστικά προς μία κακή συμφωνία.

 

Εκείνο που θεωρώ ότι χρειάζεται ουσιαστικά η Κυβέρνηση, είναι να ξεφύγει από το σύνδρομο της αντιπολίτευσης.

 

Η ιδέα ότι λειτουργεί όπως και στην αντιπολίτευση και ειδικά αυτή την κακή αντιπολίτευση, που δεν έχει συναίσθηση της ευθύνης διακυβέρνησης, πρέπει να αποβληθεί, γιατί δεν ωφελεί κανέναν.

 

Πέρα από την απαίτηση για την ικανοποίηση της ελληνικής πλευράς ως προς τα δίκαια του λαού (αυτά δεν τα αμφισβητεί κανείς), υπάρχει και η άλλη πλευρά της διαπραγμάτευσης.

 

Η άλλη πλευρά δεν είναι η εκάστοτε κυβέρνηση της Χώρας μας, η οποία σε κάθε αίτημα (ακόμη και παράλογο για το σύνολο) που είχαν οι συντεχνίες με τη συνεργασία της αντιπολίτευσης, ενέδιδε για ψηφοθηρικούς λόγους.

 

Δεν είναι επίσης η άλλη πλευρά, η Κυβέρνηση της Χώρας, που θα δει μία μεγάλη διαδήλωση, έναν λαϊκό ξεσηκωμό και θα συγκινηθεί.

 

Η άλλη πλευρά είναι ξεκάθαρα οι τεχνικοί σύμβουλοι, που όταν δουν ότι ο λογαριασμός δεν βγαίνει, δεν ενδίδουν.

 

Κάποτε, θα πρέπει όλοι να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.

 

Αυτά τα περί του ότι η διαπραγμάτευση μόλις άρχισε και παρόμοια που έχουν πέραση στο εσωτερικό, στο εξωτερικό δεν περνάνε.

 

Η συνθηματική ρητορική και ο συναισθηματισμός στις διαπραγματεύσεις αφορούν μόνο το εσωτερικό ακροατήριο.

 

Το μοναδικό φάρμακο για την θεραπεία που χρειάζεται αυτή την ώρα, είναι να συνεννοηθεί ο Πρωθυπουργός με τους υπόλοιπους αρχηγούς, για την επίτευξη της δυνατόν καλύτερης συμφωνίας.

 

Θα πρέπει να πάνε στη Σύνοδο Κορυφής όλοι μαζί, δείχνοντας απτά στοιχεία διαρθρωτικών αλλαγών και μέτρων τα οποία θα υλοποιήσουν όλοι μαζί για την αντιμετώπιση της κατάστασης.

 

Δεν ενδιαφέρονται οι εταίροι για τις περικοπές σε μισθούς και συντάξεις. Από την πρώτη στιγμή το λένε. Διαβεβαιώσεις θέλουν, ότι θα τους επιστρέψουμε τα δανεικά.

 

Τους αποδείξαμε ότι δυσκολευόμαστε να κάνουμε μεταρρυθμίσεις. Από τις πιο απλές της απελευθέρωσης των επαγγελμάτων, όπου καλά κρατεί το ισχυρό καθεστώς της οικογενειοκρατίας, ως τις αποκρατικοποιήσεις-ιδιωτικοποιήσεις και το ασφαλιστικό.

 

‘Έχουμε πολλά σοβαρά τρωτά σημεία σαν κράτος, που πρέπει να διορθωθούν και οι πολιτικές δυνάμεις τα αγνοούν ή κοιτούν να τα λύσουν χωρίς κομματικό κόστος.

 

Ειδικά την τελευταία πενταετία, τα μικρά κόμματα που συμμετέχουν στην συγκυβέρνηση, δείχνουν ότι ναι μεν συμμετέχουν στη διακυβέρνηση της χώρας, αλλά όσο πιο ανώδυνα για το κόμμα γίνεται.

 

Δυστυχώς έχουν υποτιμήσει όλοι σε μεγάλο βαθμό τη σημαντικότητα του να είναι όλοι μαζί ενωμένοι, ειδικά σε τέτοιες συνόδους όπως είναι η Σύνοδος Κορυφής.

 

Παραβλέπουν αισθητά τη δύναμη της ένωσης.

 

Ο κάθε πολιτικός αρχηγός, αιωρείται στις δικές του επιδιώξεις.

 

Συμπεριφέρεται ακόμη μόνο ως αρχηγός κόμματος, χωρίς περιεχόμενο ουσιαστικής συναντίληψης ευθυνών.

 

Το πλέον σοβαρό σήμερα είναι, ότι δεν έχουν καταλήξει ακόμη σε κοινή σταθερή θέση, για τον τρόπο επανεκκίνησης της ελληνικής οικονομίας.

 

Καμία διακήρυξη για την επάρκεια προγράμματος, που να αποσαφηνίζει τον τρόπο υλοποίησης.

 

Όλες οι δηλώσεις, εκτός του ότι έχουν μέσα χροιά προεκλογικού λόγου και αφήνουν εντυπώσεις για το ιδεατό, δεν υπάρχει καμία ξεκάθαρη θέση για τον εφικτό στόχο.

 

Ποιος είναι αυτός ο συγκεκριμένος εφικτός στόχος; Τι θέλουμε;

 

Ελπίζω να κατασταλάξουμε.

 

 
Δύσκολη η πολιτική διαχείριση της συμφωνίας Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Αρθρογράφος: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΙΝΕΡΗΣ   Ημερομηνία δημοσίευσης: Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015 19:17

 

Η Κυβέρνηση στην πιο κρίσιμη φάση της επίτευξης συμφωνίας ή ρήξης, παραβλέπει τον σημαντικότερο παράγοντα, ο οποίος έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην διαμόρφωση της κατάστασης την οποία βρισκόμαστε σήμερα.

Στην περίπτωση της συμφωνίας, είναι δύσκολη η αποδοχή από την κοινωνία, των επώδυνων επιπτώσεων που θα έχουν τα εφαρμοστικά μέτρα.

Δεν έχει κανείς σήμερα την ψευδαίσθηση, ότι σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας, αυτή θα είναι προς την κατεύθυνση να απαλυνθεί ο ελληνικός λαός από την άγρια λιτότητα και να υπάρξει προσανατολισμός επανεκκίνησης της οικονομίας και ανάπτυξης.

Οι δανειστές, οι οποίοι ακολουθούν πιστά αυτά που τους λένε οι τεχνικοί σύμβουλοι, δεν μπορούν να δεχτούν, ότι το δημόσιο (μισθοί, συντάξεις και δημόσιες δαπάνες), απορροφά το 80% των εξόδων του κράτους, όταν και στο πιο δαπανηρό ευρωπαϊκό κράτος της ευρωζώνης, δεν υπερβαίνει το 60%.

Δεν μπορούν να αποδεχθούν, ότι 10% του ΑΕΠ, δίνεται στα ασφαλιστικά ταμεία, όταν το αντίστοιχο ποσό στη Γερμανία είναι 2,5% και ο μέσος όρος ηλικίας συνταξιοδότησης 8 χρόνια μικρότερος, ώστε να καταλήξουν σε συμφωνία, η οποία δεν θα συμπεριλαμβάνει σκληρά μέτρα.

Αυτά είναι απλοί αριθμοί, οι οποίοι ναι μεν αφορούν ανθρώπους και έχουν επιπτώσεις σε ανθρώπους αν αλλάξουν, αλλά αφορούν και ένα γενικό σύνολο, το οποίο δεν μπορεί να πορεύεται πλέον, με λογαριασμό ο οποίος δεν βγαίνει.

Συμφωνώ ότι δεν πρέπει να καταργηθεί ο μειωμένος ΦΠΑ στα νησιά, αλλά οι δανειστές δεν μπορούν να αποδεχθούν ότι υπάρχει καθεστώς μειωμένου ΦΠΑ στη Μύκονο και την Σαντορίνη, ενώ δεν υπάρχει στην Ερρείκουσα ,τους Οθωνούς και το Μαθράκι.

Εδώ θα μου επιτρέψετε να συμφωνήσω απόλυτα με τους δανειστές.

Γιατί όχι μειωμένος ΦΠΑ σε νησιά του Ιονίου, όπως και σε ορισμένα νησιά του Αιγαίου; Εκεί που υπάρχει πραγματικά δυσμενής διαβίωση και όχι η δυσμενής της Μυκόνου της Σαντορίνης και της Ρόδου;

Αυτό βέβαια είναι μια άλλη υπόθεση ισονομίας και ισοπολιτείας, η οποία χωρίς να χρησιμοποιήσω άλλα επιχειρήματα, είναι αυτό που αποδεικνύει περίτρανα η καθημερινή πρακτική:

Σ’ αυτή τη Χώρα, όλα πρέπει να μείνουν ως έχουν, χωρίς να μπορούμε να αλλάξουμε το παραμικρό, έστω και αν αυτό είναι προνόμιο στρεβλώς εξακολουθεί να χορηγείται σε όλους.

Το προνόμιο αυτό, είχε δοθεί κατ’ εμέ κάποτε, σε κάποιους που στις διαμορφούμενες σημερινές συνθήκες, έχει καταλήξει να είναι παράνομο και καταχρηστικό.

Όταν καθιερώθηκε ο μειωμένος ΦΠΑ, υπήρχε η δυσμένεια των συνθηκών για όλους. Για κάποια νησιά στο Αιγαίο και στο Ιόνιο, εξακολουθεί να υπάρχει και σήμερα.

Το κράτος δικαίου λέει, ότι για να έχεις ισονομία και ισοπολιτεία, επικαιροποιείς αυτό το προνόμιο (που στην ουσία είναι κίνητρο για να παραμένουν οι άνθρωποι στα νησιά), ώστε να δίνεται μόνο προς αυτούς, που η ουσιαστική ερμηνεία των προϋποθέσεων απαιτεί.

Τώρα για το δημοψήφισμα που ετοιμάζεται στο Αιγαίο, ας φροντίσουν να κάνουν καλή προεκλογική εκστρατεία, γιατί υπάρχει περίπτωση να υπερισχύσει σε ψήφους η κατάργηση της μείωσης του ΦΠΑ!!!!!!!!!

Συγχωρέστε μου το ειρωνικό σχόλιο, αλλά σε ένα κράτος, που όλα τα διέπει η λογική της ψηφοθηρίας, είναι η ελάχιστη αντίδραση.

Ξέρετε γιατί δεν μπορεί να γίνει μία τέτοια τροποποίηση θέσπισης μειωμένου ΦΠΑ στα νησιά δυσμενούς διαβίωσης όλης της Χώρας;

Πολύ απλά, γιατί οι ψηφοφόροι των μεγάλων νησιών του Αιγαίου, είναι πολύ περισσότεροι, όλων των νησιών δυσμενούς διαβίωσης της Χώρας.

Μ’ όλα αυτά, δεν ξέφυγα από το θέμα, το οποίο αφορά την πολιτική διαχείριση σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας, αλλά απλά ήθελα να καταδείξω μ’ ένα τρανταχτό παράδειγμα, το πόσο δύσκολο είναι να μεταπηδήσεις από την λογική της συντεχνιακής σκέψης και λογικής στη λογική της συλλογικής σκέψης και του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος.

Τα προνόμια είτε εντός εισαγωγικών είτε εκτός, δεν αφορούν όλους.

Μέσα σ’ ‘ένα σύνολο, το πιο άνισο, είναι να αντιμετωπίζεις ίσα τους άνισους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ, θα μου επιτρέψουν να τους πω, ότι έκαναν ένα μεγάλο τραγικό λάθος προεκλογικά.

Δεν έλαβαν υπ’ όψη τους, κάποιες ανισότητες, οι οποίες έχουν στιγματίσει το ελληνικό δημόσιο και συνεχίζουν να δημιουργούν σημαντικά προβλήματα στην δημοσιονομική προσαρμογή.

Είναι επί μέρους ατέλειες και αδικίες του συστήματος, οι οποίες δεν μπορούν να συμπεριληφθούν στο γενικό σύνολο κατάργησης των μνημονικών μέτρων, τα οποία έφεραν αδικίες και ανισότητες.

Αν δεν διορθωθούν, σε περίπτωση συμφωνίας, τα νέα μέτρα θα προσθέσουν αδικίες και ανισότητες και θα μεγαλώσουν τη φτώχεια.

Χρειάζεται εξυπνάδα στην πολιτική διαχείριση. Ή τώρα ή ποτέ.

Η κυβέρνηση θα πρέπει να επιλέξει.

Ή θα πληρώσει κανονικό ΦΠΑ η Μύκονος και η Σαντορίνη (συμβολικό) ή θα αδικηθούν και θα θιγούν και πάλι (και ακόμη περισσότερο) αυτοί που την πλήρωσαν με την κρίση.

 

 
Η Αντιπολίτευση μόλις τελείωσε Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Αρθρογράφος: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΙΝΕΡΗΣ   Ημερομηνία δημοσίευσης: Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015 00:08

Δεν θα χρησιμοποιήσω το κλασσικό παράδειγμα που ακούγεται κατά κόρον, ότι η Ιρλανδία, η Ισπανία και η Πορτογαλία και σε λίγο η Κύπρος, αν και μπήκαν πιο αργά από μας στο μνημόνιο ξέφυγαν ενώ εμείς πελαγοδρομούμε και μάλιστα σε αχαρτογράφητα νερά.

Θα χρησιμοποιήσω ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα, που ελπίζω να συγκινήσει κάποιους, οι οποίοι εξακολουθούν να πιστεύουν, ότι η διαχείριση κρίσεων, μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την συνεννόηση των πολιτικών ηγεσιών.

Αν θυμάστε καλά, η Ιταλία και η Ισπανία, πέτυχαν την υποχώρηση της Μέρκελ σε προηγούμενες Συνόδους Κορυφής, γιατί εμφανίστηκαν διαπραγματευτικά δυνατές.

Η δύναμη τους οφειλόταν, στο ότι οι πολιτικές ηγεσίες των παρατάξεων των χωρών τους, συνεννοήθηκαν και συνεργάστηκαν, χωρίς να τους το επιβάλλει κανείς.

Είχαν συναίσθηση των ευθυνών απέναντι στον τόπο και δεν περίμεναν να συνεργαστούν μόνο σε περίπτωση που προέκυπτε ο κίνδυνος της ρήξης, με απρόβλεπτες συνέπειες.

Και για να μη διαφωνήσω με αυτούς που λένε ότι η ρήξη και η δραχμή είναι καλύτερη, εμμένω στο απλό, ότι είναι μία άγνωστη κατάσταση και δεν εγγυάται κανείς ότι μπορεί να είναι καλύτερη.

Δεν αναφέρει κανείς το πόσο χρονικό διάστημα θα υποφέρει ο ελληνικός λαός και γενικά τα νερά που θα πορευτούμε δεν θα είναι απλά αχαρτογράφητα αλλά δεν ξέρουμε τους σοβαρούς κινδύνους που θα αντιμετωπίσουμε.

Εκείνο που έχουμε χαρτογραφημένο και γνωρίζουμε το προς τα πού πηγαίνουμε, είναι ότι έχουμε φτάσει στο ύστατο σημείο των διαπραγματεύσεων.

Είναι πέρα από σίγουρο, ότι μετά τη Δευτέρα δεν θα υπάρξει άλλη ευκαιρία.

Εκείνο που χρειάζεται ουσιαστικά η Κυβέρνηση, είναι να ξεφύγει από το σύνδρομο της αντιπολίτευσης.

Η ιδέα ότι κάποιοι βρίσκονται ακόμη στην πολυτέλεια της αντιπολίτευσης και ειδικά αυτής της κακής αντιπολίτευσης, που συγχέει την διεκδίκηση και την

απαίτηση-ικανοποίηση αιτημάτων, με την ευθύνη διακυβέρνησης, πρέπει να αποβληθεί, γιατί αρχίζει να γίνεται επικίνδυνη.

Πέρα από την απαίτηση για την ικανοποίηση της ελληνικής πλευράς ως προς τα δίκαια του λαού (αυτά δεν τα αμφισβητεί κανείς), υπάρχει και η άλλη πλευρά της διαπραγμάτευσης.

Η άλλη πλευρά δεν είναι η εκάστοτε κυβέρνηση της Χώρας μας, η οποία σε κάθε αίτημα (ακόμη και παράλογο για το σύνολο) που είχαν οι συντεχνίες με τη συνεργασία της αντιπολίτευσης, ενέδιδε για ψηφοθηρικούς λόγους.

Δεν είναι επίσης η άλλη πλευρά, η Κυβέρνηση της Χώρας, που θα δει μία μεγάλη διαδήλωση, έναν λαϊκό ξεσηκωμό και θα συγκινηθεί.

Η άλλη πλευρά είναι ξεκάθαρα οι τεχνικοί σύμβουλοι, που όταν δουν ότι ο λογαριασμός δεν βγαίνει, δεν ενδίδουν.

Κάποτε, θα πρέπει όλοι να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.

Αυτά τα περί του ότι η διαπραγμάτευση μόλις άρχισε και παρόμοια που έχουν πέραση στο εσωτερικό, στο εξωτερικό δεν περνάνε.

Η συνθηματική ρητορική και ο συναισθηματισμός στις διαπραγματεύσεις αφορούν μόνο το εσωτερικό ακροατήριο.

Το μοναδικό φάρμακο για την θεραπεία που χρειάζεται αυτή την ώρα, είναι να συνεννοηθεί ο Πρωθυπουργός με τους υπόλοιπους αρχηγούς, για την επίτευξη διαπραγμάτευσης.

Θα πρέπει να πάνε στη Σύνοδο Κορυφής όλοι μαζί, δείχνοντας απτά στοιχεία διαρθρωτικών αλλαγών και μέτρων τα οποία θα υλοποιήσουν όλοι μαζί για την αντιμετώπιση της κατάστασης.

Δεν ενδιαφέρονται οι εταίροι για τις περικοπές σε μισθούς και συντάξεις. Από την πρώτη στιγμή το λένε. Διαβεβαιώσεις θέλουν ότι θα τηρηθούν τα συμφωνηθέντα και μεταρρυθμίσεις.

Τους αποδείξαμε ότι δυσκολευόμαστε πολύ σ’ όλες τις μεταρρυθμίσεις. Από τις πιο απλές της απελευθέρωσης των επαγγελμάτων, όπου καλά κρατεί το ισχυρό καθεστώς της οικογενειοκρατίας, ως τις αποκρατικοποιήσεις-ιδιωτικοποιήσεις.

‘Έχουμε πολλά σοβαρά τρωτά σημεία σαν κράτος, που πρέπει να διορθωθούν και οι πολιτικές δυνάμεις τα αγνοούν ή κοιτούν να τα λύσουν χωρίς κομματικό κόστος.

Ειδικά την τελευταία πενταετία, τα μικρά κόμματα που συμμετέχουν στην συγκυβέρνηση, δείχνουν ότι ναι μεν συμμετέχουν στη διακυβέρνηση της χώρας, αλλά όσο πιο ανώδυνα για το κόμμα γίνεται.

Δυστυχώς έχουν υποτιμήσει όλοι σε μεγάλο βαθμό τη σημαντικότητα του να είναι όλοι μαζί ενωμένοι, ειδικά σε τέτοιες συνόδους όπως είναι η Σύνοδος Κορυφής.

Παραβλέπουν αισθητά τη δύναμη της ένωσης.

Ο κάθε πολιτικός αρχηγός, αιωρείται στις δικές του επιδιώξεις. Συμπεριφέρεται ακόμη μόνο ως αρχηγός κόμματος, χωρίς περιεχόμενο ουσιαστικής συναντίληψης ευθυνών.

Το πλέον σοβαρό σήμερα είναι, ότι δεν έχουν καταλήξει ακόμη σε κοινή σταθερή θέση, για τον τρόπο επανεκκίνησης της ελληνικής οικονομίας. Καμία διακήρυξη για την επάρκεια προγράμματος, που να αποσαφηνίζει τον τρόπο υλοποίησης.

Όλες οι δηλώσεις, εκτός του ότι έχουν μέσα χροιά προεκλογικού λόγου και αφήνουν εντυπώσεις για το ιδεατό, δεν υπάρχει καμία ξεκάθαρη θέση για τον εφικτό στόχο.

Ποιος είναι αυτός ο συγκεκριμένος εφικτός στόχος; Τι θέλουμε;

Ελπίζω να κατασταλάξουμε.

 
Η ασυνεννοησία των κομματικών ηγεσιών ισχυροποιεί τους δανειστές Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Αρθρογράφος: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΙΝΕΡΗΣ   Ημερομηνία δημοσίευσης: Παρασκευή, 03 Απριλίου 2015 16:39

 

Αν και στα τελευταία Eurogroup, εκδηλώθηκε η επανεξέταση της πολιτικής σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας, η πολιτική διαχείριση της κατάστασης, ξεφεύγει από την αρμοδιότητα της κυβέρνησης.

Δεν έχει τη δυνατότητα να πάρει αποφάσεις, όπως αυτή κρίνει ότι είναι αναγκαίες, για το δημόσιο συμφέρον.

Οι θεσμοί θα επιμείνουν στις απαιτήσεις τους και η κυβέρνηση θα πρέπει να συμφιλιωθεί με την ιδέα, ότι δεν έχει τη δυνατότητα να χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι στους υπαλλήλους «της τρόικα» και να πει ως εδώ και μη παρέκει.

Υπάρχει ένα ισχυρό προηγούμενο, το οποίο δεν μπορεί να συνεχίζει να μη γίνεται αντιληπτό.

Οι Ευρωπαίοι δεν παίρνουν καμία απόφαση χωρίς την εμπεριστατωμένη έκθεση των τεχνικών συμβούλων.

Η πολιτική έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Προηγείται πάντα η έκθεση των συμβούλων του τεχνικού κλιμακίου.

Οι θεσμοί δεν μας εμπιστεύονται και θεωρούν ότι η Ελλάδα και να τελειώσει με τα μνημόνια, το επόμενο χρονικό διάστημα, είτε σε τρείς, είτε σε έξι μήνες, είτε σε τρία χρόνια, έχει όλα τα προαπαιτούμενα, να επιστρέψει με απίστευτη δυναμικότητα σε αυτά.

Ποια είναι αυτά;

Το πρώτο και βασικότερο, η ασυνεννοησία στα πλέον εφικτά των πολιτικών δυνάμεων.

Κάποιοι πιστεύουν, ότι μπορούν να σταθούν στην Ευρώπη και στην παγκόσμια αγορά, όταν δεν υπάρχει συνοχή των πολιτικών δυνάμεων.

Συνοχή δεν σημαίνει οπωσδήποτε άρνηση της ιδεολογικής ταυτότητας.

Εγείρονται σοβαρά ζητήματα, στη δυνατότητα άσκησης ανεξάρτητης από την επιτήρηση των δανειστών πολιτικής.

Αν αληθεύουν τα email, είτε Βαρουφάκη είτε Χαρδούβελη, τεκμηριώνεται χωρίς ανάγκη άλλων αποδείξεων, ότι δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα πλην της συμβιβαστικής λύσης.

Για την ιστορία. αν θυμάστε, η μεν Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας τότε, βλέποντας τα ποσοστά της να πέφτουν λόγω ΕΝΦΙΑ, βιάστηκε για την έξοδο στις αγορές, φοβούμενη τις εκλογές.

Προσπαθώντας με κάθε τρόπο να βελτιώσει το προφίλ της, έκανε βιαστικές κινήσεις.

Από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ, με ανεβασμένα ποσοστά, με κάθε τρόπο ζητούσε εκλογές, αδιαφορώντας για το αν η αποφυγή εκλογών, είχε τεράστια σημασία για τη θέση της χώρας έναντι των δανειστών.

Θα πρέπει να έχουν όλοι κατά νου, ότι η εποπτεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι βρόχος και το απέδειξε περίτρανα η έλλειψη ρευστότητας.

Η αξιοπιστίας μας, θέλει δουλειά να ξαναχτιστεί.

Μόνο και μόνο γι’ αυτό το λόγο, θα έπρεπε να δώσουμε μεγαλύτερη βαρύτητα στη συνοχή μας.

Θα έπρεπε να δώσουμε στους δανειστές την εικόνα του ενωμένου κράτους, όχι του διαιρεμένου.

Όμως ακόμη και σήμερα, εξακολουθούμε να κάνουμε τα ίδια λάθη και συντελούμε ώστε οι εταίροι, να είναι επιφυλακτικοί απέναντί μας.

Οι πολιτικές ηγεσίες, έχουν πάρει διαζύγιο με τον ρεαλισμό, την προσγειωμένη και σώφρονα πολιτική και την μετρημένη υποσχεσιολογία.

Δεν αμφισβητεί κανείς ότι αυτά είναι λάθη του πολιτικού κατεστημένου, τα οποία ο ελληνικός λαός πληρώνει πολύ ακριβά.

Φτάσαμε όμως σε μια κατάσταση, στην οποία παρακαλούμε τους υπαλλήλους «της τρόικα» και τους ρωτάμε για τις δόσεις των ληξιπρόθεσμων χρεών, αν θα κάνουμε γενναιόδωρη ή όχι ρύθμιση στα δάνεια των υπερχρεωμένων νοικοκυριών και αν θα μειώσουμε το ΦΠΑ στα νησιά και το φόρο στη θέρμανση και το πετρέλαιο κίνησης για τους αγρότες.

Είναι αν μη τι άλλο προσβολή, για την κατάσταση που φτάσαμε σήμερα.

Εδώ φτάσαμε, μόνο και μόνο επειδή δεν συνεννοήθηκαν οι πολιτικές ηγεσίες, να κάνουν μεταρρυθμίσεις και να αλλάξουν τη δομή αυτού του σπάταλου, γραφειοκρατικού και πελατειακού κράτους.

Θα πρέπει η κυβερνητική πολιτική ηγεσία να συνειδητοποιήσει, ότι οι θεσμοί έχουν γράψει στα παλαιότερα των υποδημάτων τις τελευταίες αποφάσεις του Eurogroup.

Το μόνο που επιδιώκουν, είναι να πάρει όπως-όπως πίσω τα δανεικά, αφήνοντας πίσω της συντρίμμια, για να έρθουν μετά οι διεθνείς μαφιόζοι να μας αγοράσουν.

Και αυτό δεν είναι μια αυθαίρετη επίκριση των προθέσεών τους.

Προκύπτει τεκμηριωμένα, από τα σοβαρά εμπόδια που βάζει σε πολιτικές ζωτικής σημασίας όπως είναι η τουρισμός, ο οποίος θεωρείται η βαριά βιομηχανία μας.

. Κάθε εμπόδιο στην στήριξή του, είναι εμφανής εχθρότητα προς την ανάκαμψη της Χώρας μας.

Η μείωση του ΦΠΑ στα νησιά βοηθάει τις τιμές και τις κάνει πιο ελκυστικές για τον επισκέπτη.

Ειδικά σ’ αυτό τον τομέα επιχειρηματικότητας (εκτός βέβαια από την ποιότητα των προσφερομένων υπηρεσιών), οι χαμηλότερες τιμές, είναι το ισχυρότερο χαρτί της ανταγωνιστικότητας.

Οι επιδιώξεις της προκύπτουν επίσης τεκμηριωμένα, όταν συνεχίζει ακάθεκτη την στρεβλή πολιτική της, ενώ στην Ευρώπη τα μηνύματα είναι συνταραχτικά.

Διαδραματίζονται σενάρια, που λένε ότι έχουν ενταθεί οι ανησυχίες για τις επιπτώσεις της έλλειψης ρευστότητας και θα επέλθει άνοδος της ανθρωπιστικής κρίσης, όπως επίσης ότι θα έχουν τα κέρδη οι αντιευρωπαϊκές και ακροδεξιές δυνάμεις.

Αν και έχουν προηγηθεί μια σειρά από αιτίες, που απαιτούν αλλαγή της μέχρι σήμερα πολιτικοοικονομικής στρατηγικής, δεν ιδρώνει το αυτί των θεσμών.

Θα πρέπει όμως κι εμείς να αντιληφθούμε, ότι δεν μπορούμε να λύνουμε όλα μας τα προβλήματα μόνο σε ακαδημαϊκό επίπεδο.

Θα πρέπει η πολιτική μας ηγεσία, να τολμά να υψώσει ανάστημα, ακόμη και όταν θίγεται το πελατειακό κράτος.

 

 


Σελίδα 1 από 8