Ώρα μηδέν για την Κέρκυρα Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Αρθρογράφος: ΣΠΥΡΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ   Ημερομηνία δημοσίευσης: Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016 21:22

Ζούμε αυτή την περίοδο σαν Κερκυραίοι ίσως μια από τις πιο δύσκολες περιόδους στα τελευταία είκοσι χρόνια αντιμετωπίζοντας το καυτό πρόβλημα των απορριμμάτων. Ο κορεσμός του ΧΥΤΑ στο Τεμπλόνι είναι δεδομένος, οι κάτοικοι αντιδρούν δυναμικά με κλείσιμο- και ποιος μπορεί να τους αμφισβητήσει τη μορφή της κινητοποίησής τους με τα τρανταχτά επιχειρήματα που έχουν- οι δρόμοι έχουν γεμίσει με σκουπίδια, η δημόσια υγεία διατρέχει σοβαρούς κινδύνους και η τοπική οικονομία κινδυνεύει να δεχτεί ένα μεγάλο πλήγμα.  


Μέσα στη δύσκολη οικονομική συγκυρία που διανύουμε σαν χώρα καλούμαστε να λύσουμε ένα βασικό τοπικό πρόβλημα υποδομής δεκαετιών που δεν προέκυψε χθες, ένα τεράστιο πρόβλημα που δημιουργήθηκε από πράξεις και παραλείψεις όλων όσων τα τελευταία χρόνια άσκησαν διοίκηση σε δήμο και περιφέρεια.  Οι σχεδόν μόλις δύο ετών νέες αρχές, δημοτική  και η περιφερειακή, παρέλαβαν μια καυτή πατάτα από τις προηγούμενες ή καλύτερα μια ωρολογιακή βόμβα για το νησί της Κέρκυρας η οποία έσκασε στα χέρια τους και τώρα καλούνται να βρουν λύσεις μέσα στα αδιέξοδα που δημιούργησαν οι προηγούμενες τοπικές αρχές. Έτσι συμβαίνει συνήθως στη δημοκρατία.


Όσοι από τους προηγούμενους άρχοντες διατυμπανίζουν ότι αυτοί είχαν τη λύση έτοιμη στο τσεπάκι τους και οι ιδεοληψίες των νέων αυτοδιοικητικών αρχών οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα ή κάνουν ένα μεγάλο λάθος γιατί δεν είχαν επίγνωση του προβλήματος ή παραποιούν εσκεμμένα την πραγματικότητα. Το εργοστάσιο της ολοκληρωμένης διαχείρισης με μορφή ΣΔΙΤ που διαλαλούν ότι θα έφτιαχναν σύντομα, δεν είναι αληθές, βλέπε περίπτωση Ηπείρου. Επιπλέον κρύβουν το γεγονός ότι άλλαξε ο κεντρικός σχεδιασμός στη διαχείριση των απορριμμάτων με στόχο τη διαλογή στην πηγή όπως γίνεται άλλωστε σε όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες διότι το κόστος σε αυτή την περίπτωση είναι κατά πολύ χαμηλότερο για τους δημότες από την επεξεργασία που πρότειναν οι προηγούμενοι με τη Σύμπραξη Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) και με ένα κόστος υπέρογκο για τους δημότες και τις επιχειρήσεις σε μια τόσο δύσκολη οικονομική συγκυρία.     


Είναι κατάφορα άδικο να χρεώνεται το μεγάλο πρόβλημα των απορριμμάτων που αντιμετωπίζουμε σήμερα στις σημερινές αυτοδιοικητικές αρχές όταν επί δεκαετίες σχεδόν κανένα έργο δεν εκτελέστηκε σωστά, σχεδόν τίποτε δε λειτούργησε σύμφωνα με τις μελέτες και τους περιβαλλοντικούς όρους που προβλέπονταν, όταν προγραμματισμοί ανατρέπονταν και δεν υλοποιούνταν, όταν οι πράξεις και οι παραλείψεις στην όλη διαχείριση του ζητήματος διαδέχονταν η μια την άλλη.       


Κάποια στιγμή θα πρέπει όμως να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, ίσως είναι αναγκαίο και κάποιοι από αυτούς που διαχειρίστηκαν το θέμα τα τελευταία χρόνια  να βγουν και να ζητήσουν ένα μεγάλο συγγνώμη για τις ευθύνες που τους αναλογούν και όχι να κάνουν κριτική εκ του ασφαλούς. Η σημερινή πάντως περιφερειακή αρχή από τους πρώτους μήνες που ανέλαβε τη διοίκηση της Περιφέρειας και στο μέτρο που της αναλογεί έστειλε το φάκελο ΧΥΤΑ Τεμπλονίου στον εισαγγελέα προς διερεύνηση. Ακόμη αναμένουμε το πόρισμα.


Θα πρέπει επίσης να δεχτούμε όλοι μας την αρχή ότι τα σκουπίδια είναι δικά μας και ότι εμείς θα πρέπει να βρούμε τους πιο σύγχρονους τρόπους να τα διαχειριστούμε με το χαμηλότερο κόστος και με μέθοδο που δε θα επιβαρύνει το περιβάλλον.


Το σημείο που έχουμε φτάσει σήμερα είναι το σημείο μηδέν γι αυτό δεν υπάρχουν και εναλλακτικές λύσεις. Χρειάζεται απόλυτη ψυχραιμία, σοβαρότητα, υπευθυνότητα, ρεαλισμός αλλά κυρίως πολλή δουλειά προκειμένου να ξεκινήσει κάτι να αλλάζει σε αυτόν τον τόσο δύσκολο τομέα του νησιού μας. Ασφαλώς και δεν αποτελούν καλό οδηγό οι εκρήξεις οργής, οι άναρθρες κραυγές, η ένταση, η άρνηση διαλόγου, η προσπάθεια ψηφοθηρικής εκμετάλλευσης από την αντιπολίτευση  εναντίον εκείνων που έσκυψαν στο πρόβλημα και προσπαθούν να το αντιμετωπίσουν.


Σε αυτή την τόσο δύσκολη συγκυρία για το νησί μας ας αποκομίσουμε και κάτι θετικό. Νομίζω ότι είναι η ώρα να αναλάβουμε όλοι τις ευθύνες μας για να μην ξαναγίνουν τα εγκληματικά λάθη του παρελθόντος, για να ανοίξει ένας άλλος δρόμος που θα οδηγήσει στη σωστή διαχείριση των απορριμμάτων του νησιού μέσα από την διαλογή στην πηγή τώρα άμεσα. Τώρα είναι η ώρα που πρέπει να μπουν οι βάσεις για την αποκατάσταση της περιβαλλοντική ζημιάς που έχει προκληθεί στην περιοχή του Τεμπλονίου και να προχωρήσουμε όσο γίνεται πιο γρήγορα και σταθερά στην ολοκληρωμένη διαχείριση.


Για να ξεκινήσει όμως αυτή η δύσκολη αλλά σίγουρη διαδρομή θα πρέπει όλοι μας να σηκώσουμε τα μανίκια και να αρχίσουμε τη δουλειά. Η κατάληψη στο Τεμπλόνι δεν μπορεί να συνεχιστεί, δεν οδηγεί πουθενά. Αντίθετα επιβραδύνει τις όποιες προσπάθειες για την αποκατάσταση. Οι κάτοικοι θα πρέπει να καταλάβουν ότι αποτελούν και αυτοί μέρος τους προβλήματος οπότε χρειάζεται να κάνουν κάτι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή  και αυτό που μπορούν να κάμουν είναι δυστυχώς να δείξουν για άλλη μια φορά ανοχή για ένα διάστημα και να ανοίξουν το ΧΥΤΑ. Από την άλλη όμως και η  δημοτική αρχή θα πρέπει να ρίξει όλο το βάρος της προσπάθειάς της στο θέμα αυτό. Να τρέξει όσο γίνεται γρηγορότερα, να ξεπεράσει όσο είναι εφικτό τη γραφειοκρατία, να ανακτήσει το χαμένο χρόνο, να ξεκινήσει όσο γίνεται γρηγορότερα εργασίες αποκατάστασης του ΧΥΤΑ, να προγραμματίσει  άμεσα και για μεγάλο διάστημα καμπάνια ενημέρωσης των δημοτών για τη διαλογή στην πηγή κινητοποιώντας συλλόγους και φορείς που θα βοηθήσουν σε αυτή την κατεύθυνση, να οργανώσει άμεσα τα πράσινα σημεία. Η εκπαίδευση δεν μπορεί να μη συμμετέχει σε αυτή την προσπάθεια με τα στελέχη της που από τον Σεπτέμβρη θα πρέπει να οργανώσουν από άκρη σε άκρη σε όλα τα σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας την περιβαλλοντική εκπαίδευση με έμφαση στην ανακύκλωση.  


Όλοι είμαστε μέρος του προβλήματος και χωρίς τη συνδρομή μας το πρόβλημα δε λύνεται.


*Περιφερειακός Σύμβουλος

 
Μια πρόταση ενόψει του διαλόγου για την παιδεία Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Αρθρογράφος: ΣΠΥΡΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ   Ημερομηνία δημοσίευσης: Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016 19:33

Διανύουμε σαν χώρα μια παρατεταμένη οικονομική κρίση με τα μνημόνια να διαδέχεται το ένα το άλλο, με το εισόδημα των μικρών και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων να συρρικνώνεται όλο και περισσότερο, με την ανεργία να βρίσκεται σε διψήφια ποσοστά και να μαστίζει πολλές οικογένειες που έχουν παιδιά σε όλες τις βαθμίδες την εκπαίδευσης.

Το εκπαιδευτικό σύστημα που δομήθηκε τις προηγούμενες δεκαετίες με τις πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ είναι ένα σύστημα που φτιάχτηκε για λίγους και εκλεκτούς. Είναι καθαρά ταξικό που θέτει όρια και φραγμούς στην εκπαίδευση των κοινωνικών ομάδων που ανήκουν στα χαμηλά και κατώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα.

Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα δομήθηκε με τέτοιο τρόπο που από το δημοτικό, πολύ περισσότερο στο γυμνάσιο αλλά ακόμη περισσότερο στο λύκειο και αργότερα και στο πανεπιστήμιο διευρύνει το άνοιγμα της ψαλίδας της εκπαιδευτικής ανισότητας ελαττώνοντας τις ευκαιρίες εκπαίδευσης στους μαθητές των χαμηλών κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων και αυξάνοντας κατά συνέπεια τη μαθητική διαρροή. Με λίγα λόγια αναπαράγει με γρήγορους ρυθμούς την κοινωνική ανισότητα.

Εκτός βέβαια από τις συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές της νεοφιλελεύθερης κατεύθυνσης που έχει το ελληνικό σύστημα εκπαίδευσης υπάρχουν και οι αστοχίες, οι ανευθυνότητες και πολλές ακόμη συγκυρίες που κάνουν την εκπαίδευση των παιδιών μας ακόμη πιο δύσκολη και δυσπρόσιτη και που σε συνδυασμό με τα προηγούμενα οδηγούν και αυτά στο άνοιγμα της ψαλίδας της εκπαιδευτικής ανισότητας. Οι μαθητές μας εκπαιδεύονται καθημερινά σε ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον με πολλές στρεβλώσεις, με εγχειρίδια εν μέρη ακατάλληλα ή γραμμένα στο πόδι, με ύλη τεράστια, ανώφελη και χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, με εκπαιδευτικές μεθόδους απαρχαιωμένες, με υλικοτεχνική υποδομή ελλιπέστατη, με εκπαιδευτικούς που δεν προσλαμβάνονται στην ώρα τους. Εκπαιδεύονται με αναλυτικά προγράμματα παρωχημένα.

Μπροστά σε αυτή τη συγκεκριμένη εκπαιδευτική και κοινωνική πραγματικότητα η σημερινή κυβέρνηση έχει χρέος να δει τα πράγματα με ψυχραιμία αλλά και τόλμη και να κάνει βήματα για την ανατροπή αυτής της νεοφιλελεύθερης εκπαιδευτικής πολιτικής.

Πρέπει να εφαρμόσει μέτρα βραχυπρόθεσμα αλλά και μακροπρόθεσμα. Βραχυπρόθεσμα οφείλει να οργανώσει και να λειτουργήσει τους θεσμούς της Ενισχυτικής Διδασκαλίας στα Γυμνάσια και της Πρόσθετης Διδακτικής Στήριξης στα

Λύκεια, θεσμούς που είχαν καταργήσει οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ με την έναρξη της οικονομικής κρίσης. Θα πρέπει να οργανώσει τις δυο αυτές σημαντικές εκπαιδευτικές δράσεις από την αρχή κάθε σχολικής χρονιάς με υπευθυνότητα και συνέπεια, όχι εικονικά αλλά ουσιαστικά, με στόχο την ενίσχυση των αδύναμων μαθησιακά μαθητών. Είναι επιβεβλημένο σε κάθε σχολείο ή σε ομάδα σχολείων να λειτουργεί η Ενισχυτική για μαθητές με εκπαιδευτικές δυσκολίες. Είναι ανάγκη επίσης να λειτουργήσει η Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη και στα Λύκεια έτσι ώστε να ενισχυθούν μαθητές που ανήκουν σε χαμηλά οικονομικά στρώματα και δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις οικονομικές απαιτήσεις των φροντιστηρίων. Αυτές οι πολύ απλές πολιτικές αποφάσεις θα μπορούσαν να σταθούν αν οργανωθούν σωστά και έγκαιρα αρωγοί σε κάθε οικογένεια που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες δίνοντας μια ανάσα ελπίδας και αισιοδοξίας στους μαθητές που θέλουν να πετύχουν μια καλύτερη θέση σε αυτή την κοινωνική αλλά και εκπαιδευτική πραγματικότητα.

Θα πρέπει όμως παράλληλα η κυβέρνηση να προχωρήσει και σε αποφάσεις που θα έχουν μακροπρόθεσμους στόχους και οι οποίοι θα βγουν μέσα από το διάλογο που εξήγγειλε η πολιτική ηγεσία του υπουργείου παιδείας. Αποφάσεις που θα έχουν να κάνουν με το τι χαρακτήρα θα δώσουμε στην ελληνική δημόσια εκπαίδευση σε σχέση και με την εμπειρία μας από την οικονομική κρίση που διανύουμε, πώς θα δομήσουμε αυτή τη νέα εκπαιδευτική πραγματικότητα και ποια μέσα θα χρησιμοποιήσουμε για να πετύχουμε τους στόχους μας. Για όλα αυτά χρειάζεται τόλμη, αποφασιστικότητα και πολλή δουλειά.

 

*Eίναι Δάσκαλος – Περιφερειακός Σύμβουλος

 
Θα τους αφήσουμε; Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Αρθρογράφος: ΣΠΥΡΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ   Ημερομηνία δημοσίευσης: Παρασκευή, 03 Ιουλίου 2015 17:08

 

Το δημοψήφισμα της προσεχούς Κυριακής πλησιάζει και θεωρώ ότι αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που διανύουμε εδώ και πέντε συναπτά έτη. Εμείς οι πολίτες αυτής της χώρας καλούμαστε την Κυριακή να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση για το μέλλον μας, για το μέλλον των παιδιών μας. Πολλοί ίσως είναι αυτοί που πραγματικά ταλαντεύονται ανάμεσα στο ΟΧΙ και στο ΝΑΙ. Πολλοί είναι αυτοί οι οποίοι έχουν φοβηθεί από τη στυγνή προπαγάνδα των ιδιωτικών μέσων ενημέρωσης- ευτυχώς που η κυβέρνηση πρόλαβε και άνοιξε την ΕΡΤ- αλλά και από το παράνομο σφράγισμα της στρόφιγγας χρηματοδότησης με τα γνωστά αποτελέσματα, τις ουρές στα ΑΤΜ και το κλείσιμο των τραπεζών. Αρκετοί είναι αυτοί που ίσως νιώθουν εγκλωβισμένοι μέσα στο θολό πολιτικό τοπίο που έχουν φτιάξει οι δυνάμεις του κατεστημένου, εσωτερικού και ευρωπαϊκού.

 

Πριν αποφασίσουμε να πάμε στην κάλπη θα ήταν χρήσιμο να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας μερικά σημαντικά γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από τη συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ αλλά και από αυτή των ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ και να προχωρήσουμε σε κάποιες βασικές διαπιστώσεις.

 

Είναι σε όλους γνωστό πλέον και τεκμηριωμένο ότι το προηγούμενο πρόγραμμα που μας επέβαλαν οι δανειστές και με πολύ μεγάλη προθυμία εφάρμοσε η συγκυβέρνηση ΝΔ- ΠΑΣΟΚ απέτυχε παταγωδώς. Η ανεργία εκτινάχτηκε στα ύψη, χιλιάδες νοικοκυριά βρίσκονται στο όριο της φτώχειας και η ΕΕ ετοιμάζει προγράμματα για την καταπολέμησή της. Η ανάπτυξη που περιμέναμε όλοι ποτέ δεν ήρθε, χιλιάδες νέοι και νέες πτυχιούχοι στους οποίους θα έπρεπε να στηριχτούμε για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας μας φεύγουν καθημερινά στο εξωτερικό προκειμένου να βρουν μια καλύτερη τύχη, κάθε φορά που οι εταίροι μας έδιναν μια χρηματική δόση αυτή ακολουθούνταν από σκληρά μέτρα λιτότητας για τις οικονομικά ασθενείς κοινωνικές τάξεις. Θα μπορούσα να απαριθμήσω και άλλα ακόμη παραδείγματα για να επιβεβαιώσω την αποτυχία του προηγούμενου προγράμματος όπως τις εκατοντάδες δηλώσεις και την αρθρογραφία διακεκριμένων οικονομολόγων σε ολόκληρο τον κόσμο, τους άστεγους που αυξήθηκαν, τους συμπολίτες μας να ψάχνουν τα σκουπίδια για να βρουν κάτι φαγώσιμο, τις αυτοκτονίες εκατοντάδων επιχειρηματιών. Η τρανταχτή όμως απόδειξη της αποτυχίας αυτής της συνταγής που εφαρμόστηκε από ΝΔ και ΠΑΣΟΚ με πολύ ζήλο είναι το γεγονός ότι ο κύριος Σαμαράς οδήγησε τη χώρα σε εκλογές. Ποιος πρωθυπουργός άραγε θα έκανε εκλογές, αν το πρόγραμμα έβγαινε όπως ο ίδιος ήθελε να πιστεύει;

 

Θα ήταν μεγάλη παράλειψη κάνοντας αυτήν την ανασκόπηση να μην τονίσω ότι η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου έκλεισε σε μια νύχτα την ΕΡΤ απολύοντας εκατοντάδες εργαζόμενους και αφήνοντας συνειδητά όλους μας έρμαια της αδυσώπητης προπαγάνδας των ιδιωτικών ΜΜΕ. Η κυβέρνηση Σαμαρά- Βενιζέλου απέλυσε καθηγητές και φρόντισε να φέρει ένα σύστημα αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου και του εκπαιδευτικού τιμωρητικό και αντιπαιδαγωγικό που δίχασε και αναστάτωσε την εκπαιδευτική κοινότητα.

 

Ας ανατρέξουμε όμως λίγο και στην μικρή περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης οι θεσμοί έπαιζαν ένα διαρκές κρυφτούλι. Ζητούσαν συγκεκριμένα μέτρα από την τωρινή κυβέρνηση και όταν αυτή τα έδινε τότε πρόσθεταν και κάτι ακόμη για να τορπιλίσουν τη διαπραγμάτευση. Απέρριπταν προτάσεις για φορολόγηση των πλουσίων και ζητούσαν επιτακτικά την οριζόντια περικοπή μισθών και συντάξεων, πράγμα που η σημερινή κυβέρνηση είχε δεσμευτεί στον ελληνικό λαό ότι δεν πρόκειται να κάνει. Δεν έκαναν καμιά νύξη για βοήθεια στην καταπολέμηση της διαφθοράς και των μιζών που προέρχονταν από τις προμήθειες, προφανώς για να μην εκτεθούν και οι ίδιοι. Αγνόησαν την πρόθεση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ για την προκήρυξη των ραδιοτηλεοπτικών αδειών γιατί θα ήταν ένα όπλο για την καταπολέμηση αλλά και αποκάλυψη της τεράστιας διαπλοκής. Οι δανειστές- εταίροι κλείνουν ερμητικά τα αυτιά τους ακόμη και σήμερα στις επίσημες εκθέσεις που προέρχονται από τους ίδιους και που υποστηρίζουν ότι το χρέος της Ελλάδας δεν είναι βιώσιμο και ότι χρειάζεται γενναίο κούρεμα.

 

Πώς συμπεριφέρθηκαν λοιπόν οι δανειστές όλο αυτό το διάστημα στις επίμονες αναλύσεις του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης όταν παρουσίαζαν όλα αυτά τα στοιχεία κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων; Ακολουθούσαν παρελκυστική τακτική και έφτασαν στο σημείο να καταθέσουν τη δική τους πρόταση την τελευταία εβδομάδα που έληγε το πρόγραμμα. Παρουσίασαν μάλιστα την πρότασή τους ως τελεσίγραφο στον έλληνα πρωθυπουργό. Έτσι οδηγηθήκαμε στο δημοψήφισμα.

 

Θα μπορούσε εύκολα να αναρωτηθεί κάθε ευρωπαίος πολίτης ποιοι πραγματικά ήταν οι στόχοι των θεσμών σε μια τέτοια διαπραγμάτευση; Πού βρίσκονται άραγε οι αρχές της Ευρώπης των λαών, η Ευρώπη της αλληλεγγύης, η Ευρώπη των ιδεών του Διαφωτισμού, της δημοκρατίας, της Ειρήνης.

 

Οι στόχοι των εταίρων μας φαίνονται πλέον ξεκάθαρα. Οι δανειστές θέλουν την Ελλάδα μια φτωχή χώρα του νότου, υποανάπτυκτη, που θα τη χρησιμοποιήσουν ως πηγή για φτηνό εργατικό δυναμικό, θέλουν την Ελλάδα ως αποικία που θα μπορούν να εκμεταλλεύονται τον πλούτο της, τουρισμό, αεροδρόμια, λιμάνια, υπέδαφος. Δεν τους ενδιαφέρει καθόλου το βιοτικό επίπεδο του Έλληνα. Προκειμένου να ικανοποιήσουν τις αχαλίνωτες οικονομικές ορέξεις τους. Θέλουν να τιμωρήσουν παραδειγματικά του έλληνες γιατί επέλεξαν με δημοκρατικό τρόπο μια αριστερή κυβέρνηση για να δώσουν το μήνυμα και στις άλλες χώρες που εκδηλώνονται αντίστοιχα κινήματα. Οι εταίροι μας δε διστάζουν να καταπατήσουν κάθε στοιχειώδες δημοκρατικό δικαίωμα επιλέγοντας με ωμές παρεμβάσεις να καθορίσουν το αποτέλεσμα στο δημοψήφισμα της Κυριακής που τους συμφέρει. Ο Τσίπρας και η κυβέρνησή του αποτελούν εμπόδιο στα σχέδια που έχουν εκπονήσει και κάνουν τα πάντα για να τους ρίξουν. Την Κυριακή όμως ο λαός θα έχει τον πρώτο λόγο. Θα τους αφήσουμε;

 

Σπύρος Βλαχόπουλος

Δάσκαλος

Περιφερειακός Σύμβουλος

 

 
Διάλογος για την παιδεία με προϋποθέσεις Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Αρθρογράφος: ΣΠΥΡΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ   Ημερομηνία δημοσίευσης: Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016 20:18

Ενόψει του διαλόγου για την παιδεία που ξεκίνησε το υπουργείο παιδείας νιώθω την ανάγκη να καταθέσω κάποιες ελάχιστες σκέψεις αρχικά για τον ίδιο το διάλογο έτσι όπως ανακοινώθηκε και εξελίσσεται.

Η εξαγγελία της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου παιδείας ασφαλώς δεν αποτελεί καμιά καινοτομία, αφού αντίστοιχα διάλογοι είχαν εξαγγείλει και είχαν προχωρήσει δεκάδες άλλοι υπουργοί και πολιτικές ηγεσίες προηγούμενων κυβερνήσεων. Θα πρέπει όμως να τονίσουμε εδώ ότι τα συμπεράσματα από τους προηγούμενους διαλόγους δεν αξιοποιήθηκαν από καμιά πολιτική ηγεσία και δε χρησιμοποιήθηκαν από κανέναν υπουργό για τη βελτίωση της εκπαιδευτικής πραγματικότητας σε καμιά βαθμίδα της εκπαίδευσης. Όλοι οι προηγούμενοι διάλογοι με τα συμπεράσματά τους μπήκαν στο συρτάρι σα να μην έγιναν ποτέ. Όλοι οι προηγούμενοι διάλογοι γίνονταν για τα προσχήματα και αυτό αποδείχτηκε περίτρανα στις αλλαγές που προωθούσε κάθε φορά ο εκάστοτε υπουργός παιδείας. Έτσι δημιουργήθηκε μια έλλειψη εμπιστοσύνης από την εκπαιδευτική κοινότητα και από τους γονείς, αφού οι προτάσεις που κατατέθηκαν όχι μόνο δεν αξιοποιήθηκαν αλλά ούτε καν εισακούστηκαν από τους αρμόδιους. Ο εκάστοτε υπουργός προχωρούσε κάθε φορά σχεδόν σε αλλαγές και ‘’μεταρρυθμίσεις’’ με βάση κυρίως το δικό του πολιτικό όφελος και την ατομική του προβολή χωρίς σχέδιο, χωρίς όραμα και προοπτική για την εκπαίδευση.

Είναι λοιπόν αναγκαίο για να ανακτηθεί αυτή η χαμένη εμπιστοσύνη το υπουργείο και ειδικότερα η πολιτική ηγεσία του να προχωρήσει σε κινήσεις προς αυτή την κατεύθυνση, της οικοδόμησης δηλαδή βήμα βήμα ενός κλίματος αξιοπιστίας και πραγματικών διαθέσεων διαλόγου πράγμα που δεν είναι ούτε εύκολο και φυσικά πολύ περισσότερο χρειάζεται χρόνος. Θα πρέπει με λίγα λόγια να δοθούν δείγματα σαφή, συγκεκριμένα και υπεύθυνα που θα ανατρέπουν την προηγούμενη εικόνα και θα θέτουν μια νέα βάση. Διαφορετικά και αυτός ο διάλογος θα έχει την ίδια τύχη με τους προηγούμενους.

Από την άλλη θα πρέπει ίσως και η εκπαιδευτική κοινότητα μαζί με τους γονείς να διεκδικήσει σοβαρό και υπεύθυνο διάλογο με συγκεκριμένους κανόνες, μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια θεματικών ενοτήτων και να προσπαθήσει να αξιοποιήσει αυτή την πρόκληση ως μια ύστατη προσπάθεια να ξεπεραστούν προβλήματα και δυσλειτουργίες δεκαετιών στην εκπαίδευση που την ταλαιπωρούν χρόνια.

Η στείρα αντιπαράθεση ή η εξ αρχής θέση ότι όλα είναι προσχεδιασμένα και ναρκοθετημένα όπως επίσης η κομματική εκμετάλλευση, η δημιουργία στρεβλών εντυπώσεων και η λάσπη που εκτοξεύεται με ανακρίβειες, ψέματα και λανθασμένα στοιχεία ασφαλώς και δεν οδηγεί σε μια δημιουργική προσπάθεια για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης και δημιουργικής προσέγγισης στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η δημόσια εκπαίδευση και κατ’ επέκταση η κοινωνία μας.

Ο συγκεκριμένος διάλογος για να έχει ουσία και φυσικά αποτέλεσμα θα πρέπει να γίνεται χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς αγκυλώσεις, με συγκεκριμένη ασφαλώς ατζέντα, με στόχο την αναβάθμιση της δημόσιας δωρεάν εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες της με σκοπό την καταπολέμηση της εκπαιδευτικής ανισότητας και της μαθητικής διαρροής αλλά φυσικά θα πρέπει να γίνεται στη βάση μιας ουσιαστικής πολιτικής κατεύθυνσης για το τι κοινωνία θέλουμε να οικοδομήσουμε για τα παιδιά μας. Μπορούμε να αντέξουμε σε έναν τέτοιο διάλογο;

 

 
Μερικές σκέψεις για τα πειραματικά σχολεία Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Αρθρογράφος: ΣΠΥΡΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ   Ημερομηνία δημοσίευσης: Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015 00:53

 

Τον τελευταίο καιρό έχει δημιουργηθεί στα πλαίσια της εκπαιδευτικής κοινότητας και όχι μόνο μια έντονη συζήτηση και αντιπαράθεση σε σχέση τον τρόπο εισαγωγής και τη λειτουργία των Πρότυπων Πειραματικών Σχολείων.

Θα ήθελα με το συγκεκριμένο σημείωμα να διατυπώσω μερικές σκέψεις πάνω σε αυτό το τόσο σημαντικό θέμα της εκπαιδευτικής κοινότητας που αφορά όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης.

Βασικά θεωρώ ότι ο θεσμός των Πειραματικών Σχολείων και όχι των Πρότυπων είναι και πρέπει να αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο για την άσκηση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Διαχωρίζω συνειδητά τον όρο Πρότυπα διότι θεωρώ ότι είναι ατυχής σε σχέση με τον όρο Πειραματικά. Πειραματικά Σχολεία είναι αυτά που εφαρμόζουν νέα εκπαιδευτικά προγράμματα, νέες μεθόδους διδασκαλίας, νέες πρακτικές , καινούρια εκπαιδευτικά αντικείμενα τα οποία όλα αυτά βέβαια παρακολουθούνται, αξιολογούνται, από ειδικούς επιστήμονες, από παιδαγωγούς, διαφοροποιούνται όταν χρειάζεται και στη συνέχεια γενικεύεται η εφαρμογή τους στις διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Ο νόμος 3966/11 κάνει λόγο βέβαια για Πρότυπα Πειραματικά Σχολεία και όχι για Πειραματικά και ρυθμίζει την εισαγωγή μαθητών σε αυτά με εξετάσεις και όχι με κλήρωση όπως ίσχυε παλιά. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η αιτία για το θόρυβο που έχει ξεσπάσει σχετικά με τον τρόπο εισαγωγής.

Πώς όμως είναι δυνατόν να έχεις τα πιο έγκυρα αποτελέσματα σε κάποιες εκπαιδευτικές καινοτομίες που έχεις σχεδιάσει όταν αυτές τις έχεις εφαρμόσει πειραματικά σε μια συγκεκριμένη ομάδα μαθητικού πληθυσμού και μάλιστα αυτή είναι πάνω από το μέσο όρο σε σχέση με τις επιδόσεις του συνόλου των μαθητών; Με ποιο τρόπο θα μπορέσεις να γενικεύσεις τις καινοτομίες αυτές όταν το δείγμα που εφάρμοσες τις νέες μεθόδους δεν είναι αντιπροσωπευτικό; Πόση επιτυχία θα έχει ένα καινούριο πρόγραμμα σπουδών για παράδειγμα όταν στηρίζεται σε τέτοια δεδομένα;

Τα Πρότυπα Πειραματικά Σχολεία έτσι όπως ο νόμος 3966/11 προβλέπει δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε αυτή τη φιλοσοφία και πρακτική που ανέπτυξα προηγουμένως. Θα έλεγα ότι έτσι όπως σχεδιάστηκαν προσπάθησαν να καλύψουν τις ανάγκες μιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης ανθρώπων που προσανατόλιζαν τα παιδιά τους στα ιδιωτικά σχολεία και που είχαν υψηλούς εκπαιδευτικούς στόχους, που τα ωθούσαν σε μια συγκεκριμένη εκπαιδευτική κατεύθυνση με υψηλές επιδόσεις σε κάποια αντικείμενα, με ασφυκτικές μεθόδους προετοιμασίας και με έντονο πνεύμα ανταγωνιστικότητας. Δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός ότι αυτή η λογική και φιλοσοφία οδήγησε στην αύξηση των φροντιστηρίων από τις μικρές ηλικίες του δημοτικού για την προετοιμασία των μαθητών σε αυτές τις εξετάσεις εισαγωγής στα Πρότυπα Πειραματικά και άρα στην διεύρυνση της εκπαιδευτικής ανισότητας αφού γονείς των κατώτερων οικονομικά τάξεων δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις οικονομικές απαιτήσεις που επέβαλαν τα νέα δεδομένα. Δημιουργήσαμε δηλαδή ένα

σχολείο για μια συγκεκριμένη ελίτ της κοινωνίας που σε σχέση με το σύνολο του μαθητικού πληθυσμού δεν αποτελεί και σημαντικό ποσοστό και που δεν είχε ίσως τη δυνατότητα να εγγράψει τα παιδιά της στα ακριβά ιδιωτικά κολέγια της πρωτεύουσας και των άλλων μεγάλων πόλεων κι έτσι βρίσκει τη λύσει στα συγκεκριμένα Πρότυπα Πειραματικά.

Αυτό όμως είναι κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που θα πρέπει μια κυβέρνηση και ειδικότερα μια πολιτική ηγεσία ενός υπουργείου Παιδείας να επιδιώξει. Βασική πολιτική κατεύθυνση θα πρέπει πραγματικά να αποτελέσει ο σαφής προσδιορισμός των στόχων και των σκοπών των Πειραματικών Σχολείων στα πλαίσια της γενικότερης εκπαιδευτικής πολιτικής που καλείται να εφαρμόσει η νέα αριστερή κυβέρνηση. Αν θέλεις να ασκήσεις υπεύθυνη εκπαιδευτική πολιτική σε εντελώς διαφορετική φιλοσοφία από αυτή που τα προηγούμενα χρόνια βιώσαμε όλοι, που θα σέβεται τους μαθητές, τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς θα πρέπει πρώτα οι οποιεσδήποτε αλλαγές που χαράζεις στην εκπαίδευση να εφαρμοστούν αρχικά σε πειραματικό στάδιο, να αξιολογηθούν, να επαναπροσδιοριστούν κάποιοι τομείς όπου χρειάζεται και στη συνέχεια να γενικευτεί η εφαρμογή τους. Είναι «εγκληματικό» να καθιερώνεις την αλλαγή για παράδειγμα δεκάδων εκπαιδευτικών εγχειριδίων στο Δημοτικό με μια κίνηση χωρίς προηγούμενο πειραματικό στάδιο, χωρίς αξιολόγηση, χωρίς διορθωτικές κινήσεις. Αυτό φυσικά το ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν τα Πειραματικά Σχολεία τα οποία θα πρέπει να έχουν αντιπροσωπευτικό δείγμα του μαθητικού πληθυσμού της χώρας κάτι που ασφαλώς δεν επιτυγχάνεται όταν θέτεις τις εξετάσεις ως τρόπο επιλογής των μαθητών που θα φοιτήσουν σε αυτά. Βέβαια τα σχολεία αυτά για να επιτελέσουν το έργο τους θα πρέπει να πληρούν και μια σειρά από άλλες προϋποθέσεις: να διαθέτουν επαρκή επιστημονική και παιδαγωγική στήριξη από τα Πανεπιστήμια και τα Παιδαγωγικά Τμήματα, να είναι στελεχωμένα με τα καταλληλότερο εκπαιδευτικό προσωπικό και να έχουν τους απαραίτητους πόρους.